Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Assured

/əʃʊrd/

adjective

1. Marked by assurance

  • Exhibiting confidence
  • "She paints with an assured hand"
    synonym:
  • assured

1. Χαρακτηρίζεται από αξιοπιστία

  • Επιδεικνύοντας εμπιστοσύνη
  • "Ζωγραφίζει με ένα συνειδητό χέρι"
συνώνυμο:
  • βεβαίωσε

2. Characterized by certainty or security

  • "A tiny but assured income"
  • "We can never have completely assured lives"
    synonym:
  • assured

2. Χαρακτηρίζεται από βεβαιότητα ή ασφάλεια

  • "Ένα μικρό αλλά σίγουρο εισόδημα"
  • "Δεν μπορούμε ποτέ να έχουμε απόλυτα εξασφαλισμένη ζωή"
συνώνυμο:
  • βεβαίωσε

Examples of using

Rest assured that I'll take care of it.
Να είστε σίγουροι ότι θα το φροντίσω.
Rest assured that I will do my best.
Να είστε σίγουροι ότι θα κάνω το καλύτερο δυνατό.
The captain assured us that there would be no danger.
Ο καπετάνιος μας διαβεβαίωσε ότι δεν θα υπήρχε κίνδυνος.