Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "assimilate" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "απεικονίζει" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Assimilate

[Αφομοιώνω]
/əsɪməlet/

verb

1. Take up mentally

  • "He absorbed the knowledge or beliefs of his tribe"
    synonym:
  • absorb
  • ,
  • assimilate
  • ,
  • ingest
  • ,
  • take in

1. Πάρτε ψυχικά

  • "Απορρόφησε τις γνώσεις ή τις πεποιθήσεις της φυλής του"
συνώνυμο:
  • απορροφώ,
  • αφομοιώνω,
  • καταναλώνω,
  • παίρνω

2. Become similar to one's environment

  • "Immigrants often want to assimilate quickly"
    synonym:
  • assimilate

2. Γίνετε παρόμοιοι με το περιβάλλον κάποιου

  • "Οι μετανάστες συχνά θέλουν να αφομοιωθούν γρήγορα"
συνώνυμο:
  • αφομοιώνω

3. Make similar

  • "This country assimilates immigrants very quickly"
    synonym:
  • assimilate

3. Κάνω παρόμοιο

  • "Η χώρα αυτή αφομοιώνει τους μετανάστες πολύ γρήγορα"
συνώνυμο:
  • αφομοιώνω

4. Take (gas, light or heat) into a solution

    synonym:
  • assimilate
  • ,
  • imbibe

4. Πάρτε (ας, φως ή θερμότητα) σε διάλυμα

συνώνυμο:
  • αφομοιώνω,
  • ιμπίμπι

5. Become similar in sound

  • "The nasal assimilates to the following consonant"
    synonym:
  • assimilate

5. Γίνετε παρόμοιοι στον ήχο

  • "Η ρινική αφομοιώνει στο ακόλουθο σύμφωνο"
συνώνυμο:
  • αφομοιώνω