Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "assemblage" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "συναρμολόγηση" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Assemblage

[Συνάθροιση]
/əsɛmbləʤ/

noun

1. A group of persons together in one place

    synonym:
  • gathering
  • ,
  • assemblage

1. Μια ομάδα ατόμων μαζί σε ένα μέρος

συνώνυμο:
  • συγκέντρωση,
  • συναρμολόγηση

2. A system of components assembled together for a particular purpose

    synonym:
  • hookup
  • ,
  • assemblage

2. Ένα σύστημα εξαρτημάτων που συναρμολογούνται μαζί για ένα συγκεκριμένο σκοπό

συνώνυμο:
  • σύνδεση,
  • συναρμολόγηση

3. The social act of assembling

  • "They demanded the right of assembly"
    synonym:
  • assembly
  • ,
  • assemblage
  • ,
  • gathering

3. Η κοινωνική πράξη της συγκέντρωσης

  • "Απαίτησαν το δικαίωμα της συναρμολόγησης"
συνώνυμο:
  • συναρμολόγηση,
  • συναρμολόγηση,
  • συγκέντρωση

4. Several things grouped together or considered as a whole

    synonym:
  • collection
  • ,
  • aggregation
  • ,
  • accumulation
  • ,
  • assemblage

4. Πολλά πράγματα ομαδοποιούνται ή θεωρούνται συνολικά

συνώνυμο:
  • συλλογή,
  • συσσωμάτωση,
  • συσσώρευση,
  • συναρμολόγηση