Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Assailant

/əselənt/

noun

1. Someone who attacks

    synonym:
  • attacker
  • ,
  • aggressor
  • ,
  • assailant
  • ,
  • assaulter

1. Κάποιος που επιτίθεται

συνώνυμο:
  • επιτιθέμενος,
  • επιτιθέμενος,
  • επιτιθέμενος,
  • επιτιμητήσ