Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Artist

/ɑrtəst/

noun

1. A person whose creative work shows sensitivity and imagination

    synonym:
  • artist
  • ,
  • creative person

1. Ένα άτομο του οποίου η δημιουργική εργασία δείχνει ευαισθησία και φαντασία

συνώνυμο:
  • καλλιτέχνης,
  • δημιουργικό άτομο

Examples of using

Do you know an artist who can restore this old picture for me?
Ξέρετε έναν καλλιτέχνη που μπορεί να επαναφέρει αυτή την παλιά εικόνα για μένα?
Tom is a graffiti artist.
Ο Τομ είναι καλλιτέχνης γκράφιτι.
Tom's father is a famous artist.
Ο πατέρας του Τομ είναι διάσημος καλλιτέχνης.