Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Arse

/ɑrs/

noun

1. The fleshy part of the human body that you sit on

  • "He deserves a good kick in the butt"
  • "Are you going to sit on your fanny and do nothing?"
    synonym:
  • buttocks
  • ,
  • nates
  • ,
  • arse
  • ,
  • butt
  • ,
  • backside
  • ,
  • bum
  • ,
  • buns
  • ,
  • can
  • ,
  • fundament
  • ,
  • hindquarters
  • ,
  • hind end
  • ,
  • keister
  • ,
  • posterior
  • ,
  • prat
  • ,
  • rear
  • ,
  • rear end
  • ,
  • rump
  • ,
  • stern
  • ,
  • seat
  • ,
  • tail
  • ,
  • tail end
  • ,
  • tooshie
  • ,
  • tush
  • ,
  • bottom
  • ,
  • behind
  • ,
  • derriere
  • ,
  • fanny
  • ,
  • ass

1. Το σαρκώδες μέρος του ανθρώπινου σώματος που κάθεστε

  • "Αξίζει ένα καλό λάκτισμα στο άκρο"
  • "Πρόκειται να καθίσετε στη φανή σας και να μην κάνετε τίποτα?"
συνώνυμο:
  • γλουτοί,
  • νάτεσ,
  • άρεσ,
  • πισινός,
  • πίσω,
  • ανατροπή,
  • ψωμάκια,
  • μπορώ,
  • βασικόσ,
  • οπίσθια,
  • πίσω μέρος,
  • κέιστρο,
  • οπισθοχώρων,
  • πρατ,
  • πίσω,
  • πίσω άκρο,
  • παλιοβολώ,
  • στερν,
  • κάθισμα,
  • ουρά,
  • τελείωμα,
  • τουσί,
  • τουαλέτα,
  • κάτω,
  • πίσω,
  • ντέρι,
  • φάντα,
  • κώλοσ

2. Vulgar slang for anus

    synonym:
  • arse
  • ,
  • arsehole
  • ,
  • asshole
  • ,
  • bunghole

2. Χυδαία αργκό για τον πρωκτό

συνώνυμο:
  • άρεσ,
  • αψίδα,
  • μαλάκα,
  • παραλία