Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "arrangement" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "παραγγελία" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Arrangement

[Ρυθμίσεις]
/ərenʤmənt/

noun

1. The thing arranged or agreed to

  • "They made arrangements to meet in chicago"
    synonym:
  • agreement
  • ,
  • arrangement

1. Το πράγμα που κανονίστηκε ή συμφώνησε να

  • "Κάνουν διευθετήσεις για να συναντηθούν στο σικάγο"
    συνώνυμο:
  • συμφωνία
  • ,
  • ρύθμιση

2. An orderly grouping (of things or persons) considered as a unit

  • The result of arranging
  • "A flower arrangement"
    synonym:
  • arrangement

2. Μια ομαδοποίηση ( των πραγμάτων ή των προσώπων) θεωρείται ως μονάδα

  • Το αποτέλεσμα της διευθέτησης
  • "Μια ρύθμιση λουλουδιών"
    συνώνυμο:
  • ρύθμιση

3. An organized structure for arranging or classifying

  • "He changed the arrangement of the topics"
  • "The facts were familiar but it was in the organization of them that he was original"
  • "He tried to understand their system of classification"
    synonym:
  • arrangement
  • ,
  • organization
  • ,
  • organisation
  • ,
  • system

3. Οργανωμένη δομή για την οργάνωση ή την ταξινόμηση

  • "Άλλαξε τη ρύθμιση των θεμάτων"
  • "Τα γεγονότα ήταν οικεία, αλλά ήταν στην οργάνωση τους ότι ήταν πρωτότυπο"
  • "Προσπάθησε να κατανοήσει το σύστημα ταξινόμησής τους"
    συνώνυμο:
  • ρύθμιση
  • ,
  • οργάνωση
  • ,
  • σύστημα

4. The spatial property of the way in which something is placed

  • "The arrangement of the furniture"
  • "The placement of the chairs"
    synonym:
  • placement
  • ,
  • arrangement

4. Η χωρική ιδιότητα του τρόπου με τον οποίο τοποθετείται κάτι

  • "Η διάταξη των επίπλων"
  • "Η τοποθέτηση των καρεκλών"
    συνώνυμο:
  • τοποθέτηση
  • ,
  • ρύθμιση

5. A piece of music that has been adapted for performance by a particular set of voices or instruments

    synonym:
  • musical arrangement
  • ,
  • arrangement

5. Ένα κομμάτι μουσικής που έχει προσαρμοστεί για παράσταση από ένα συγκεκριμένο σύνολο φωνών ή οργάνων

    συνώνυμο:
  • μουσική διευθέτηση
  • ,
  • ρύθμιση

6. The act of arranging and adapting a piece of music

    synonym:
  • arrangement
  • ,
  • arranging
  • ,
  • transcription

6. Η πράξη της διευθέτησης και της προσαρμογής ενός μουσικού κομματιού

    συνώνυμο:
  • ρύθμιση
  • ,
  • τακτοποίηση
  • ,
  • μεταγραφή

Examples of using

I changed the arrangement of the furniture in my room.
Άλλαξα τη διάταξη των επίπλων στο δωμάτιό μου.
It was a satisfactory arrangement for fifteen years.
Ήταν μια ικανοποιητική ρύθμιση για δεκαπέντε χρόνια.
I changed the arrangement of the furniture in my room.
Άλλαξα τη διάταξη των επίπλων στο δωμάτιό μου.