Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Arraignment

/ərenmənt/

noun

1. A legal document calling someone to court to answer an indictment

    synonym:
  • arraignment

1. Ένα νομικό έγγραφο που καλεί κάποιον στο δικαστήριο να απαντήσει σε ένα κατηγορητήριο

συνώνυμο:
  • ανάθεση