Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Argue

/ɑrgju/

verb

1. Present reasons and arguments

    synonym:
  • argue
  • ,
  • reason

1. Παρουσιάζονται λόγοι και επιχειρήματα

συνώνυμο:
  • υποστηρίζω,
  • λόγος

2. Have an argument about something

    synonym:
  • argue
  • ,
  • contend
  • ,
  • debate
  • ,
  • fence

2. Να έχετε ένα επιχείρημα για κάτι

συνώνυμο:
  • υποστηρίζω,
  • υποστηρίζω,
  • συζήτηση,
  • φράκτης

3. Give evidence of

  • "The evidence argues for your claim"
  • "The results indicate the need for more work"
    synonym:
  • argue
  • ,
  • indicate

3. Αποδεικνύω

  • "Τα στοιχεία υποστηρίζουν τον ισχυρισμό σας"
  • "Τα αποτελέσματα δείχνουν την ανάγκη για περισσότερη εργασία"
συνώνυμο:
  • υποστηρίζω,
  • υποδεικνύω

Examples of using

We don't have time to argue about this.
Δεν έχουμε χρόνο να διαφωνήσουμε για αυτό.
I didn't have the strength or resolution to argue with Tom.
Δεν είχα τη δύναμη ή την απόφαση να διαφωνήσω με τον Τομ.
Some people argue just for the sake of arguing.
Μερικοί άνθρωποι διαφωνούν μόνο για χάρη της επιχειρηματολογίας.