Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Arbitrarily

/ɑrbɪtrɛrəli/

adverb

1. In a random manner

  • "The houses were randomly scattered"
  • "Bullets were fired into the crowd at random"
    synonym:
  • randomly
  • ,
  • indiscriminately
  • ,
  • haphazardly
  • ,
  • willy-nilly
  • ,
  • arbitrarily
  • ,
  • at random
  • ,
  • every which way

1. Με τυχαίο τρόπο

  • "Τα σπίτια διασκορπίστηκαν τυχαία"
  • "Οι βομβαρδισμοί εκτοξεύτηκαν τυχαία στο πλήθος"
συνώνυμο:
  • τυχαία,
  • αδιακρίτωσ,
  • τυχαία,
  • βίλλυ-νίλι,
  • αυθαίρετα,
  • τυχαία,
  • κάθε τρόπο