Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Aquamarine

/ɑkwəmərin/

noun

1. A transparent variety of beryl that is blue green in color

    synonym:
  • aquamarine

1. Μια διαφανής ποικιλία βηρυλίου που έχει μπλε πράσινο χρώμα

συνώνυμο:
  • ακουαμαρίνα

2. A shade of blue tinged with green

    synonym:
  • greenish blue
  • ,
  • aqua
  • ,
  • aquamarine
  • ,
  • turquoise
  • ,
  • cobalt blue
  • ,
  • peacock blue

2. Μια απόχρωση του μπλε που χρωματίζεται με πράσινο

συνώνυμο:
  • πράσινο μπλε,
  • ακόα,
  • ακουαμαρίνα,
  • τυρκουάζ,
  • κοβάλτιο μπλε,
  • παγώνι μπλε