Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Appreciable

/əpriʃəbəl/

adjective

1. Enough to be estimated or measured

  • "Appreciable amounts of noxious wastes are dumped into the harbor"
    synonym:
  • appreciable

1. Αρκετά για να εκτιμηθεί ή να μετρηθεί

  • "Αξιόλογες ποσότητες επιβλαβών αποβλήτων απορρίπτονται στο λιμάνι"
συνώνυμο:
  • αξιόλογη

Examples of using

He's shown no appreciable change of attitude.
Δεν έχει δείξει αξιόλογη αλλαγή στάσης.