Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Applicant

/æplɪkənt/

noun

1. A person who requests or seeks something such as assistance or employment or admission

    synonym:
  • applicant
  • ,
  • applier

1. Πρόσωπο που ζητά ή αναζητά κάτι όπως βοήθεια ή απασχόληση ή εισδοχή

συνώνυμο:
  • αιτών,
  • εφαρμοστικόσ