Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Appetizer

/æpətaɪzər/

noun

1. Food or drink to stimulate the appetite (usually served before a meal or as the first course)

    synonym:
  • appetizer
  • ,
  • appetiser
  • ,
  • starter

1. Φαγητό ή ποτό για την τόνωση της όρεξης (συνήθως σερβίρεται πριν από ένα γεύμα ή ως η πρώτη πορεία)

συνώνυμο:
  • ορεκτικό,
  • ορεκτικό,
  • εκκινητήσ