Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Apparition

/æpərɪʃən/

noun

1. A ghostly appearing figure

  • "We were unprepared for the apparition that confronted us"
    synonym:
  • apparition
  • ,
  • phantom
  • ,
  • phantasm
  • ,
  • phantasma
  • ,
  • fantasm
  • ,
  • specter
  • ,
  • spectre

1. Μια φανταστική εμφανιζόμενη φιγούρα

  • "Δεν ήμασταν προετοιμασμένοι για την εμφάνιση που μας αντιμετώπισε"
συνώνυμο:
  • εμφάνιση,
  • φάντασμα,
  • φάντασμα,
  • φάντασμα,
  • φαντασία,
  • φάντασμα,
  • φάντασμα

2. The appearance of a ghostlike figure

  • "I was recalled to the present by the apparition of a frightening specter"
    synonym:
  • apparition

2. Η εμφάνιση μιας φιγούρας σαν φάντασμα

  • "Θυμήθηκα στο παρόν από την εμφάνιση ενός τρομακτικού φασματος"
συνώνυμο:
  • εμφάνιση

3. Something existing in perception only

  • "A ghostly apparition at midnight"
    synonym:
  • apparition
  • ,
  • phantom
  • ,
  • phantasm
  • ,
  • phantasma
  • ,
  • fantasm
  • ,
  • shadow

3. Κάτι που υπάρχει μόνο στην αντίληψη

  • "Μια φανταστική εμφάνιση τα μεσάνυχτα"
συνώνυμο:
  • εμφάνιση,
  • φάντασμα,
  • φάντασμα,
  • φάντασμα,
  • φαντασία,
  • σκιά

4. An act of appearing or becoming visible unexpectedly

  • "Natives were amazed at the apparition of this white stranger"
    synonym:
  • apparition

4. Μια πράξη που εμφανίζεται ή γίνεται ορατή απροσδόκητα

  • "Οι ντόπιοι έμειναν έκπληκτοι με την εμφάνιση αυτού του λευκού ξένου"
συνώνυμο:
  • εμφάνιση