Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Apathetic

/æpəθɛtɪk/

adjective

1. Showing little or no emotion or animation

  • "A woman who became active rather than apathetic as she grew older"
    synonym:
  • apathetic

1. Δείχνοντας λίγο ή καθόλου συναίσθημα ή κίνηση

  • "Μια γυναίκα που ενεργοποιήθηκε παρά απαθής καθώς μεγάλωσε"
συνώνυμο:
  • απαθής

2. Marked by a lack of interest

  • "An apathetic audience"
  • "The universe is neither hostile nor friendly
  • It is simply indifferent"
    synonym:
  • apathetic
  • ,
  • indifferent

2. Χαρακτηρίζεται από έλλειψη ενδιαφέροντος

  • "Ένα απαθές κοινό"
  • "Το σύμπαν δεν είναι ούτε εχθρικό ούτε φιλικό
  • Είναι απλά αδιάφορο"
συνώνυμο:
  • απαθής,
  • αδιάφορος

Examples of using

It is said that the younger generation today is apathetic.
Λέγεται ότι η νεότερη γενιά σήμερα είναι απαθής.