Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Anxious

/æŋkʃəs/

adjective

1. Eagerly desirous

  • "Anxious to see the new show at the museum"
  • "Dying to hear who won"
    synonym:
  • anxious(p)
  • ,
  • dying(p)

1. Ανυπόμονα επιθυμητός

  • "Ανησυχείτε να δείτε τη νέα παράσταση στο μουσείο"
  • "Πεθαίνοντας να ακούσω ποιος κέρδισε"
συνώνυμο:
  • αγχώδ()<TAG1>,
  • ΘΑΝΑΤΟ()

2. Causing or fraught with or showing anxiety

  • "Spent an anxious night waiting for the test results"
  • "Cast anxious glances behind her"
  • "Those nervous moments before takeoff"
  • "An unquiet mind"
    synonym:
  • anxious
  • ,
  • nervous
  • ,
  • queasy
  • ,
  • uneasy
  • ,
  • unquiet

2. Προκαλώντας ή γεμάτη με ή δείχνοντας άγχος

  • "Πέρασε μια ανήσυχη νύχτα περιμένοντας τα αποτελέσματα των εξετάσεων"
  • "Ανήσυχη ματιά πίσω της"
  • "Αυτές οι νευρικές στιγμές πριν την απογείωση"
  • "Ένα ανήσυχο μυαλό"
συνώνυμο:
  • ανήσυχος,
  • νευρικός,
  • βασιλικόσ,
  • ανήσυχος,
  • ανίκανος

Examples of using

Knowing how I would die would only make me anxious about the kind of situations I'd know I'll eventually die in.
Γνωρίζοντας πώς θα πέθαινα θα με έκανε να ανησυχώ μόνο για το είδος των καταστάσεων που θα ήξερα ότι τελικά θα πεθάνω.
I've never seen this woman sad or anxious.
Δεν έχω δει ποτέ αυτή τη γυναίκα λυπημένη ή ανήσυχη.
Why are you so anxious?
Γιατί είσαι τόσο ανήσυχος?