Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Antenna

/æntɛnə/

noun

1. An electrical device that sends or receives radio or television signals

    synonym:
  • antenna
  • ,
  • aerial
  • ,
  • transmitting aerial

1. Μια ηλεκτρική συσκευή που στέλνει ή λαμβάνει ραδιοφωνικά ή τηλεοπτικά σήματα

συνώνυμο:
  • κεραία,
  • εναέρια,
  • μετάδοση της κεραίας

2. Sensitivity similar to that of a receptor organ

  • "He had a special antenna for public relations"
    synonym:
  • antenna
  • ,
  • feeler

2. Ευαισθησία παρόμοια με εκείνη ενός οργάνου υποδοχέα

  • "Είχε μια ειδική κεραία για τις δημόσιες σχέσεις"
συνώνυμο:
  • κεραία,
  • νιώθων

3. One of a pair of mobile appendages on the head of e.g. insects and crustaceans

  • Typically sensitive to touch and taste
    synonym:
  • antenna
  • ,
  • feeler

3. Ένα από ένα ζευγάρι κινητών εξαρτημάτων στο κεφάλι π.χ. εντόμων και καρκινοειδών

  • Τυπικά ευαίσθητο στην αφή και τη γεύση
συνώνυμο:
  • κεραία,
  • νιώθων

Examples of using

Have they connected the radio antenna?
Έχετε συνδέσει την κεραία ραδιοφώνου?