Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ampere

/æmpər/

noun

1. A former unit of electric current (slightly smaller than the si ampere)

    synonym:
  • ampere
  • ,
  • international ampere

1. Μια πρώην μονάδα ηλεκτρικού ρεύματος (ελαφρώς μικρότερη από την αμπερε)

συνώνυμο:
  • αμπέρ,
  • διεθνές αμπέρ

2. The basic unit of electric current adopted under the systeme international d'unites

  • "A typical household circuit carries 15 to 50 amps"
    synonym:
  • ampere
  • ,
  • amp
  • ,
  • A

2. Η βασική μονάδα του ηλεκτρικού ρεύματος που υιοθετήθηκε από το πλαίσιο της διεθνούς συστήματος των ηνωμένων εθνών

  • "Ένα τυπικό κύκλωμα του νοικοκυριού μεταφέρει 15 έως 50 συμβουλές"
συνώνυμο:
  • αμπέρ,
  • ενισχυτής,
  • Α