Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Amicable

/æmɪkəbəl/

adjective

1. Characterized by friendship and good will

    synonym:
  • amicable

1. Χαρακτηρίζεται από φιλία και καλή θέληση

συνώνυμο:
  • φιλικός