Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Ambidextrous

/æmbədɛkstrəs/

adjective

1. Equally skillful with each hand

  • "An ambidextrous surgeon"
    synonym:
  • ambidextrous
  • ,
  • two-handed

1. Εξίσου επιδέξιος με κάθε χέρι

  • "Αμφιδέξιος χειρουργός"
συνώνυμο:
  • αμφιδέξιος,
  • με δύο χέρια

2. Marked by deliberate deceptiveness especially by pretending one set of feelings and acting under the influence of another

  • "She was a deceitful scheming little thing"- israel zangwill
  • "A double-dealing double agent"
  • "A double-faced infernal traitor and schemer"- w.m.thackeray
    synonym:
  • ambidextrous
  • ,
  • deceitful
  • ,
  • double-dealing
  • ,
  • duplicitous
  • ,
  • Janus-faced
  • ,
  • two-faced
  • ,
  • double-faced
  • ,
  • double-tongued

2. Χαρακτηρίζεται από εσκεμμένη απατηλότητα, ειδικά προσποιούμενοι ένα σύνολο συναισθημάτων και ενεργώντας υπό την επήρεια άλλου

  • "Ήταν ένα απατηλό σχηματισμό μικρό πράγμα" - ισραήλ ζανγκβίλι
  • "Διπλός πράκτορας συμφωνίας"
  • "Ένας διπλός προδότης και επιστάτης"- β.μ.θάκερεϊ
συνώνυμο:
  • αμφιδέξιος,
  • απατηλός,
  • διπλή συμφωνία,
  • διπρόσωποσ,
  • Ιανουστάκησ,
  • διπρόσωποσ,
  • διπλός,
  • διπλή προσέγγιση

Examples of using

Tom is ambidextrous.
Ο Τομ είναι αμφιδέξιος.