Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Aluminum

/əlumənəm/

noun

1. A silvery ductile metallic element found primarily in bauxite

    synonym:
  • aluminum
  • ,
  • aluminium
  • ,
  • Al
  • ,
  • atomic number 13

1. Ένα αργυροειδή όλκιμο μεταλλικό στοιχείο που βρίσκεται κυρίως στο βωξίτη

συνώνυμο:
  • αλουμίνιο,
  • αλουμίνιο,
  • Αλ,
  • ατομικός αριθμός 13