Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Align

/əlaɪn/

verb

1. Place in a line or arrange so as to be parallel or straight

  • "Align the car with the curb"
  • "Align the sheets of paper on the table"
    synonym:
  • align
  • ,
  • aline
  • ,
  • line up
  • ,
  • adjust

1. Τοποθετήστε σε μια γραμμή ή τακτοποιήστε έτσι ώστε να είναι παράλληλη ή ευθεία

  • "Ευθυγραμμίστε το αυτοκίνητο με το πεζοδρόμιο"
  • "Ευθυγραμμίστε τα φύλλα χαρτιού στο τραπέζι"
συνώνυμο:
  • ευθυγραμμίζω,
  • αλίν,
  • ευθυγραμμίζω,
  • ρυθμίζω

2. Be or come into adjustment with

    synonym:
  • align

2. Να είστε ή να προσαρμόζεστε με

συνώνυμο:
  • ευθυγραμμίζω

3. Align oneself with a group or a way of thinking

    synonym:
  • align
  • ,
  • array

3. Ευθυγραμμίστε τον εαυτό σας με μια ομάδα ή έναν τρόπο σκέψης

συνώνυμο:
  • ευθυγραμμίζω,
  • πίνακας

4. Bring (components or parts) into proper or desirable coordination correlation

  • "Align the wheels of my car"
  • "Ordinate similar parts"
    synonym:
  • align
  • ,
  • ordinate
  • ,
  • coordinate

4. Φέρτε τα (συστατικά ή τα μέρη) σε σωστή ή επιθυμητή συσχέτιση συντονισμού

  • "Ευθυγραμμίστε τους τροχούς του αυτοκινήτου μου"
  • "Τακτοποιήστε παρόμοια μέρη"
συνώνυμο:
  • ευθυγραμμίζω,
  • χειροτονώ,
  • συντονίζω