Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Aggravation

/ægrəveʃən/

noun

1. An exasperated feeling of annoyance

    synonym:
  • aggravation
  • ,
  • exasperation

1. Ένα απογοητευμένο αίσθημα ενόχλησης

συνώνυμο:
  • επιδείνωση,
  • εξοργισμένος

2. Unfriendly behavior that causes anger or resentment

    synonym:
  • aggravation
  • ,
  • irritation
  • ,
  • provocation

2. Εχθρική συμπεριφορά που προκαλεί θυμό ή δυσαρέσκεια

συνώνυμο:
  • επιδείνωση,
  • ερεθισμός,
  • πρόκληση

3. Action that makes a problem or a disease (or its symptoms) worse

  • "The aggravation of her condition resulted from lack of care"
    synonym:
  • aggravation
  • ,
  • exacerbation

3. Δράση που κάνει ένα πρόβλημα ή μια ασθένεια (ή τα συμπτώματά της ) χειρότερα

  • "Η επιδείνωση της κατάστασής της προέκυψε από την έλλειψη φροντίδας"
συνώνυμο:
  • επιδείνωση,
  • επιδείνωση