Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Aftermath

/æftərmæθ/

noun

1. The consequences of an event (especially a catastrophic event)

  • "The aftermath of war"
  • "In the wake of the accident no one knew how many had been injured"
    synonym:
  • aftermath
  • ,
  • wake
  • ,
  • backwash

1. Οι συνέπειες ενός γεγονότος (ειδικά ένα καταστροφικό γεγονός)

  • "Το αποτέλεσμα του πολέμου"
  • "Μετά το ατύχημα κανείς δεν ήξερε πόσοι είχαν τραυματιστεί"
συνώνυμο:
  • επακόλουθο,
  • ξύπνημα,
  • αντίδραση

2. The outcome of an event especially as relative to an individual

    synonym:
  • consequence
  • ,
  • aftermath

2. Το αποτέλεσμα ενός γεγονότος ειδικά σε σχέση με ένα άτομο

συνώνυμο:
  • συνέπεια,
  • επακόλουθο