Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Afford

/əfɔrd/

verb

1. Be able to spare or give up

  • "I can't afford to spend two hours with this person"
    synonym:
  • afford

1. Να είστε σε θέση να εξοικονομήσετε ή να εγκαταλείψετε

  • "Δεν μπορώ να περάσω δύο ώρες με αυτό το άτομο"
συνώνυμο:
  • αντέχω

2. Be the cause or source of

  • "He gave me a lot of trouble"
  • "Our meeting afforded much interesting information"
    synonym:
  • yield
  • ,
  • give
  • ,
  • afford

2. Να είναι η αιτία ή η πηγή του

  • "Μου έδωσε πολλά προβλήματα"
  • "Η συνάντησή μας έδωσε πολύ ενδιαφέρουσες πληροφορίες"
συνώνυμο:
  • απόδοση,
  • δίνω,
  • αντέχω

3. Have the financial means to do something or buy something

  • "We can't afford to send our children to college"
  • "Can you afford this car?"
    synonym:
  • afford

3. Έχετε τα οικονομικά μέσα να κάνετε κάτι ή να αγοράσετε κάτι

  • "Δεν μπορούμε να στείλουμε τα παιδιά μας στο κολέγιο"
  • "Μπορείτε να αντέξετε οικονομικά αυτό το αυτοκίνητο?"
συνώνυμο:
  • αντέχω

4. Afford access to

  • "The door opens to the patio"
  • "The french doors give onto a terrace"
    synonym:
  • afford
  • ,
  • open
  • ,
  • give

4. Παρέχει πρόσβαση σε

  • "Η πόρτα ανοίγει στο αίθριο"
  • "Οι γαλλικές πόρτες δίνουν σε μια βεράντα"
συνώνυμο:
  • αντέχω,
  • ανοιχτός,
  • δίνω

Examples of using

Tom figured out the cost and it was more than he could afford.
Ο Τομ κατάλαβε το κόστος και ήταν περισσότερο από ό, τι μπορούσε να αντέξει οικονομικά.
Tom had to drop out from college because he couldn't afford tuition.
Ο Τομ έπρεπε να εγκαταλείψει το κολέγιο επειδή δεν μπορούσε να αντέξει τα δίδακτρα.
We can't afford this.
Δεν μπορούμε να το αντέξουμε οικονομικά αυτό.