Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "affair" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "προσωπικό" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Affair

[Υπόθαλψη]
/əfɛr/

noun

1. A vaguely specified concern

  • "Several matters to attend to"
  • "It is none of your affair"
  • "Things are going well"
    synonym:
  • matter
  • ,
  • affair
  • ,
  • thing

1. Μια αόριστα συγκεκριμένη ανησυχία

  • "Πολλά θέματα που πρέπει να παρακολουθήσετε"
  • "Δεν είναι δική σας υπόθεση"
  • "Τα πράγματα πάνε καλά"
συνώνυμο:
  • θέμα,
  • υπόθεση,
  • πράγμα

2. A usually secretive or illicit sexual relationship

    synonym:
  • affair
  • ,
  • affaire
  • ,
  • intimacy
  • ,
  • liaison
  • ,
  • involvement
  • ,
  • amour

2. Μια συνήθως μυστικοπαθής ή παράνομη σεξουαλική σχέση

συνώνυμο:
  • υπόθεση,
  • επιτίθεμαι,
  • οικειότητα,
  • σύνδεσμος,
  • συμμετοχή,
  • ερωτεύω

3. A vaguely specified social event

  • "The party was quite an affair"
  • "An occasion arranged to honor the president"
  • "A seemingly endless round of social functions"
    synonym:
  • affair
  • ,
  • occasion
  • ,
  • social occasion
  • ,
  • function
  • ,
  • social function

3. Ένα αόριστα καθορισμένο κοινωνικό γεγονός

  • "Το κόμμα ήταν αρκετά υπόθεση"
  • "Μια ευκαιρία κανονισμένη να τιμήσει τον πρόεδρο"
  • "Ένας φαινομενικά ατελείωτος γύρος κοινωνικών λειτουργιών"
συνώνυμο:
  • υπόθεση,
  • περίσταση,
  • κοινωνική ευκαιρία,
  • λειτουργία,
  • κοινωνική λειτουργία

Examples of using

She had an affair with her boss.
Είχε σχέση με το αφεντικό της.
There was an air of mystery about the whole affair.
Υπήρχε ένας αέρας μυστηρίου για την όλη υπόθεση.
The dance was the most brilliant affair of the season.
Ο χορός ήταν η πιο λαμπρή υπόθεση της σεζόν.