Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "advancement" into Greek language

Μεταφραστική έννοια και ορισμός της λέξης "συμμετοχή" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Advancement

[Πρόοδο]
/ədvænsmənt/

noun

1. Encouragement of the progress or growth or acceptance of something

    synonym:
  • promotion
  • ,
  • furtherance
  • ,
  • advancement

1. Ενθάρρυνση της προόδου ή της ανάπτυξης ή της αποδοχής κάτι

συνώνυμο:
  • προώθηση,
  • προαγωγή,
  • πρόοδος

2. The act of moving forward (as toward a goal)

    synonym:
  • progress
  • ,
  • progression
  • ,
  • procession
  • ,
  • advance
  • ,
  • advancement
  • ,
  • forward motion
  • ,
  • onward motion

2. Η πράξη της μετάβασης (ας προς ένα γκολ)

συνώνυμο:
  • πρόοδος,
  • εξέλιξη,
  • πομπή,
  • προκαταβολή,
  • πρόοδος,
  • προηγούμενη κίνηση,
  • κίνηση προς τα εμπρός

3. Gradual improvement or growth or development

  • "Advancement of knowledge"
  • "Great progress in the arts"
    synonym:
  • advancement
  • ,
  • progress

3. Σταδιακή βελτίωση ή ανάπτυξη ή ανάπτυξη

  • "Πρόκληση γνώσης"
  • "Μεγάλη πρόοδος στις τέχνες"
συνώνυμο:
  • πρόοδος,
  • πρόοδος

Examples of using

His poor educational background was not a bar to his advancement.
Το κακό εκπαιδευτικό του υπόβαθρο δεν ήταν ένα μπαρ για την πρόοδό του.
Everyone has the right freely to participate in the cultural life of the community, to enjoy the arts and to share in scientific advancement and its benefits.
Ο καθένας έχει το δικαίωμα να συμμετέχει ελεύθερα στην πολιτιστική ζωή της κοινότητας, να απολαμβάνει τις τέχνες.