Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Adorable

/ədɔrəbəl/

adjective

1. Lovable especially in a childlike or naive way

    synonym:
  • adorable
  • ,
  • endearing
  • ,
  • lovely

1. Αξιαγάπητος ειδικά με παιδικό ή αφελή τρόπο

συνώνυμο:
  • λατρευτός,
  • προσφέρω,
  • υπέροχος

Examples of using

What adorable puppies!
Τι αξιολάτρευτα κουτάβια!