Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Translation meaning & definition of the word "adolescent" into Greek language

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης "εφηβική" στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Adolescent

[Εφηβικόσ]
/ædəlɛsənt/

noun

1. A juvenile between the onset of puberty and maturity

    synonym:
  • adolescent
  • ,
  • stripling
  • ,
  • teenager
  • ,
  • teen

1. Ένας νεαρός μεταξύ της έναρξης της εφηβείας και της ωριμότητας

συνώνυμο:
  • έφηβος,
  • απογύμνωση,
  • έφηβος,
  • έφηβος

adjective

1. Relating to or peculiar to or suggestive of an adolescent

  • "Adolescent problems"
    synonym:
  • adolescent

1. Σχετίζεται ή είναι περίεργο ή υποδηλώνει έναν έφηβο

  • "Προβλήματα εφήβων"
συνώνυμο:
  • έφηβος

2. Being of the age 13 through 19

  • "Teenage mothers"
  • "The teen years"
    synonym:
  • adolescent
  • ,
  • teen
  • ,
  • teenage
  • ,
  • teenaged

2. Είναι ηλικίας 13 έως 19 ετών

  • "Δεκαημένες μητέρες"
  • "Τα εφηβικά χρόνια"
συνώνυμο:
  • έφηβος,
  • έφηβος,
  • έφηβος,
  • εφηβική

3. Displaying or suggesting a lack of maturity

  • "Adolescent insecurity"
  • "Jejune responses to our problems"
  • "Their behavior was juvenile"
  • "Puerile jokes"
    synonym:
  • adolescent
  • ,
  • jejune
  • ,
  • juvenile
  • ,
  • puerile

3. Εμφάνιση ή πρόταση έλλειψης ωριμότητας

  • "Εφηβική ανασφάλεια"
  • "Απαντήσεις στα προβλήματά μας"
  • "Η συμπεριφορά τους ήταν νεανική"
  • "Αστεία"
συνώνυμο:
  • έφηβος,
  • τζιζούνιο,
  • νεαρός,
  • πουερί

4. In the state of development between puberty and maturity

  • "Adolescent boys and girls"
    synonym:
  • adolescent

4. Στην κατάσταση ανάπτυξης μεταξύ εφηβείας και ωριμότητας

  • "Εφήβων αγοριών και κοριτσιών"
συνώνυμο:
  • έφηβος

Examples of using

It is said that adolescent friendships do not often last.
Λέγεται ότι οι εφηβικές φιλίες δεν διαρκούν συχνά.