Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Acupuncture

/ækjupəŋkʧər/

noun

1. Treatment of pain or disease by inserting the tips of needles at specific points on the skin

    synonym:
  • acupuncture
  • ,
  • stylostixis

1. Θεραπεία του πόνου ή της νόσου με την εισαγωγή των άκρων των βελόνων σε συγκεκριμένα σημεία στο δέρμα

συνώνυμο:
  • βελονισμός,
  • στυλοστίξη

Examples of using

Many people believe acupuncture can cure diseases.
Πολλοί άνθρωποι πιστεύουν ότι ο βελονισμός μπορεί να θεραπεύσει ασθένειες.