Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Actress

/æktrəs/

noun

1. A female actor

    synonym:
  • actress

1. Γυναίκα ηθοποιός

συνώνυμο:
  • ηθοποιός

Examples of using

She is not a singer, but an actress.
Δεν είναι τραγουδίστρια, αλλά ηθοποιός.
Who's your favorite actor or actress?
Ποιος είναι ο αγαπημένος σου ηθοποιός ή ηθοποιός?
Not everyone thought she was a great actress.
Δεν πίστευαν όλοι ότι ήταν πολύ καλή ηθοποιός.