Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Acorn

/ekɔrn/

noun

1. Fruit of the oak tree: a smooth thin-walled nut in a woody cup-shaped base

    synonym:
  • acorn

1. Καρπός της βελανιδιάς: ένα λείο καρύδι με λεπτά τοιχώματα σε μια ξυλώδη βάση σε σχήμα κυπέλλου

συνώνυμο:
  • βελανίδι