Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Acknowledged

/æknɑlɪʤd/

adjective

1. Recognized or made known or admitted

  • "The acknowledged leader of the community"
  • "A woman of acknowledged accomplishments"
  • "His acknowledged error"
    synonym:
  • acknowledged

1. Αναγνωρισμένος ή αναγνωρισμένος ή αποδεκτός

  • "Ο αναγνωρισμένος ηγέτης της κοινότητας"
  • "Μια γυναίκα αναγνωρισμένων επιτευγμάτων"
  • "Αναγνωρισμένο λάθος"
συνώνυμο:
  • αναγνωρισμένος

2. Generally accepted

    synonym:
  • acknowledged

2. Γενικά αποδεκτός

συνώνυμο:
  • αναγνωρισμένος

Examples of using

He acknowledged his fault.
Αναγνώρισε το λάθος του.
He acknowledged me by lifting his hat.
Με αναγνώρισε σηκώνοντας το καπέλο του.
He acknowledged it to be true.
Αναγνώρισε ότι είναι αλήθεια.