Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Acidic

/əsɪdɪk/

adjective

1. Being or containing an acid

  • Of a solution having an excess of hydrogen atoms (having a ph of less than 7)
    synonym:
  • acidic

1. Όντας ή περιέχοντας οξύ

  • Από διάλυμα που έχει περίσσεια ατόμων υδρογόνου (έχοντας ένα ρη μικρότερο από 7)
συνώνυμο:
  • όξινος

2. Being sour to the taste

    synonym:
  • acidic
  • ,
  • acid
  • ,
  • acidulent
  • ,
  • acidulous

2. Να είσαι ξινός με τη γεύση

συνώνυμο:
  • όξινος,
  • οξύ,
  • όξινοσ,
  • όξινοσ

Examples of using

Lemons and limes are acidic fruits.
Τα λεμόνια και τα λάιμ είναι όξινα φρούτα.