Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Accumulation

/əkjumjəleʃən/

noun

1. An increase by natural growth or addition

    synonym:
  • accretion
  • ,
  • accumulation

1. Αύξηση της φυσικής ανάπτυξης ή προσθήκης

συνώνυμο:
  • προσαύξηση,
  • συσσώρευση

2. Several things grouped together or considered as a whole

    synonym:
  • collection
  • ,
  • aggregation
  • ,
  • accumulation
  • ,
  • assemblage

2. Πολλά πράγματα ομαδοποιούνται ή θεωρούνται συνολικά

συνώνυμο:
  • συλλογή,
  • συσσωμάτωση,
  • συσσώρευση,
  • συναρμολόγηση

3. The act of accumulating

    synonym:
  • accumulation
  • ,
  • accrual
  • ,
  • accruement

3. Η πράξη της συσσώρευσης

συνώνυμο:
  • συσσώρευση,
  • επιτυγχάνω,
  • προσλήψεισ

4. (finance) profits that are not paid out as dividends but are added to the capital base of the corporation

    synonym:
  • accumulation

4. (χρηματοδότηση) κέρδη που δεν καταβάλλονται ως μερίσματα, αλλά προστίθενται στην κεφαλαιακή βάση της εταιρείας

συνώνυμο:
  • συσσώρευση