Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Accordingly

/əkɔrdɪŋli/

adverb

1. (sentence connectors) because of the reason given

  • "Consequently, he didn't do it"
  • "Continued to have severe headaches and accordingly returned to the doctor"
    synonym:
  • consequently
  • ,
  • accordingly

1. (-καταληκτικοί σύνδεσμοι) λόγω του λόγου που δόθηκε

  • "Στη συνέχεια, δεν το έκανε"
  • "Συνέχισε να έχει σοβαρούς πονοκεφάλους και κατά συνέπεια επέστρεψε στο γιατρό"
συνώνυμο:
  • κατά συνέπεια,
  • ανάλογα

2. In accordance with

  • "She acted accordingly"
    synonym:
  • accordingly

2. Σύμφωνα με

  • "Ενήργησε ανάλογα"
συνώνυμο:
  • ανάλογα