Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Accord

/əkɔrd/

noun

1. Harmony of people's opinions or actions or characters

  • "The two parties were in agreement"
    synonym:
  • agreement
  • ,
  • accord

1. Αρμονία των απόψεων ή των ενεργειών ή των χαρακτήρων των ανθρώπων

  • "Οι δύο πλευρές συμφώνησαν"
συνώνυμο:
  • συμφωνία,
  • συμφωνία

2. Concurrence of opinion

  • "We are in accord with your proposal"
    synonym:
  • accord
  • ,
  • conformity
  • ,
  • accordance

2. Συμφωνία γνώμης

  • "Είμαστε σύμφωνοι με την πρότασή σας"
συνώνυμο:
  • συμφωνία,
  • συμμόρφωση,
  • σύμφωνα με

3. A written agreement between two states or sovereigns

    synonym:
  • treaty
  • ,
  • pact
  • ,
  • accord

3. Γραπτή συμφωνία μεταξύ δύο κρατών ή κυρίαρχων

συνώνυμο:
  • συνθήκη,
  • σύμφωνο,
  • συμφωνία

4. Sympathetic compatibility

    synonym:
  • accord

4. Συμπαθητική συμβατότητα

συνώνυμο:
  • συμφωνία

verb

1. Go together

  • "The colors don't harmonize"
  • "Their ideas concorded"
    synonym:
  • harmonize
  • ,
  • harmonise
  • ,
  • consort
  • ,
  • accord
  • ,
  • concord
  • ,
  • fit in
  • ,
  • agree

1. Πηγαίνω μαζί

  • "Τα χρώματα δεν εναρμονίζονται"
  • "Οι ιδέες τους συμφωνούν"
συνώνυμο:
  • εναρμονίζω,
  • εναρμονίζω,
  • συναναστρέφω,
  • συμφωνία,
  • σύμφωνο,
  • ταιριάζω,
  • συμφωνώ

2. Allow to have

  • "Grant a privilege"
    synonym:
  • accord
  • ,
  • allot
  • ,
  • grant

2. Επιτρέπω να έχω

  • "Δωρίστε ένα προνόμιο"
συνώνυμο:
  • συμφωνία,
  • παραχώρηση,
  • επιχορήγηση

Examples of using

The children were all tired and went to bed of their own accord.
Τα παιδιά ήταν όλα κουρασμένα και πήγαν στο κρεβάτι με τη δική τους συμφωνία.