Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Accomplish

/əkɑmplɪʃ/

verb

1. Put in effect

  • "Carry out a task"
  • "Execute the decision of the people"
  • "He actioned the operation"
    synonym:
  • carry through
  • ,
  • accomplish
  • ,
  • execute
  • ,
  • carry out
  • ,
  • action
  • ,
  • fulfill
  • ,
  • fulfil

1. Θέτω σε ισχύ

  • "Εκτελέστε μια εργασία"
  • "Εκτελέστε την απόφαση του λαού"
  • "Ενήργησε την επιχείρηση"
συνώνυμο:
  • περνώ,
  • επιτυγχάνω,
  • εκτελώ,
  • εκτελώ,
  • δράση,
  • εκπληρώ,
  • εκπληρώνω

2. To gain with effort

  • "She achieved her goal despite setbacks"
    synonym:
  • achieve
  • ,
  • accomplish
  • ,
  • attain
  • ,
  • reach

2. Να κερδίζεις με προσπάθεια

  • "Πέτυχε το στόχο της παρά τις αποτυχίες"
συνώνυμο:
  • επιτυγχάνω,
  • επιτυγχάνω,
  • επιτυγχάνω,
  • προσεγγίζω

Examples of using

It is easy to say and hard to accomplish.
Είναι εύκολο να το πεις και δύσκολο να το πετύχεις.
I will accomplish my purpose at any cost.
Θα πετύχω τον σκοπό μου με κάθε κόστος.
Anne will not accomplish anything.
Η Άννα δεν θα καταφέρει τίποτα.