Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Acceleration

/æksɛləreʃən/

noun

1. An increase in rate of change

  • "Modern science caused an acceleration of cultural change"
    synonym:
  • acceleration

1. Αύξηση του ποσοστού αλλαγών

  • "Η σύγχρονη επιστήμη προκάλεσε την επιτάχυνση της πολιτιστικής αλλαγής"
συνώνυμο:
  • επιτάχυνση

2. The act of accelerating

  • Increasing the speed
    synonym:
  • acceleration
  • ,
  • quickening
  • ,
  • speedup

2. Η πράξη της επιτάχυνσης

  • Αύξηση της ταχύτητας
συνώνυμο:
  • επιτάχυνση,
  • επιτάχυνση,
  • επιτάχυνση

3. (physics) a rate of increase of velocity

    synonym:
  • acceleration

3. (φυσική) ρυθμός αύξησης της ταχύτητας

συνώνυμο:
  • επιτάχυνση