Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Absolutely

/æbsəlutli/

adverb

1. Completely and without qualification

  • Used informally as intensifiers
  • "An absolutely magnificent painting"
  • "A perfectly idiotic idea"
  • "You're perfectly right"
  • "Utterly miserable"
  • "You can be dead sure of my innocence"
  • "Was dead tired"
  • "Dead right"
    synonym:
  • absolutely
  • ,
  • perfectly
  • ,
  • utterly
  • ,
  • dead

1. Πλήρως και χωρίς προσόντα

  • Χρησιμοποιείται ανεπίσημα ως ενισχυτές
  • "Ένας απολύτως υπέροχος πίνακας"
  • "Μια απόλυτα ηλίθια ιδέα"
  • "Είσαι απόλυτα σωστός"
  • "Εξαιρετικά δυστυχισμένο"
  • "Μπορείς να είσαι σίγουρος για την αθωότητά μου"
  • "Ήταν νεκρός κουρασμένος"
  • "Σωστά νεκρά"
συνώνυμο:
  • απολύτως,
  • τέλεια,
  • εντελώς,
  • νεκρός

2. Totally and definitely

  • Without question
  • "We are absolutely opposed to the idea"
  • "He forced himself to lie absolutely still"
  • "Iron is absolutely necessary"
    synonym:
  • absolutely

2. Απόλυτα και σίγουρα

  • Χωρίς αμφιβολία
  • "Είμαστε απολύτως αντίθετοι στην ιδέα"
  • "Αναγκάστηκε να πει ψέματα απολύτως ακίνητος"
  • "Ο σίδηρος είναι απολύτως απαραίτητος"
συνώνυμο:
  • απολύτως

Examples of using

You'll be absolutely safe.
Θα είστε απολύτως ασφαλείς.
Tom was absolutely miserable when his dog ran away.
Ο Τομ ήταν απολύτως δυστυχισμένος όταν ο σκύλος του έφυγε.
This is absolutely true.
Αυτό είναι απολύτως αλήθεια.