Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Abroad

/əbrɔd/

adjective

1. In a foreign country

  • "Markets abroad"
  • "Overseas markets"
    synonym:
  • abroad
  • ,
  • overseas

1. Σε μια ξένη χώρα

  • "Αγορές στο εξωτερικό"
  • "Υπερπόντιες αγορές"
συνώνυμο:
  • εξωτερικό,
  • εξωτερικό

adverb

1. To or in a foreign country

  • "They had never travelled abroad"
    synonym:
  • abroad

1. Προς ή σε ξένη χώρα

  • "Δεν είχαν ταξιδέψει ποτέ στο εξωτερικό"
συνώνυμο:
  • εξωτερικό

2. Far away from home or one's usual surroundings

  • "Looking afield for new lands to conquer"- r.a.hall
    synonym:
  • afield
  • ,
  • abroad

2. Μακριά από το σπίτι ή το συνηθισμένο περιβάλλον κάποιου

  • "Κοιτάζοντας μακριά για νέα εδάφη για να κατακτήσει"- ρ.α.χαλ
συνώνυμο:
  • από,
  • εξωτερικό

3. In a place across an ocean

    synonym:
  • overseas
  • ,
  • abroad

3. Σε ένα μέρος πάνω από έναν ωκεανό

συνώνυμο:
  • εξωτερικό,
  • εξωτερικό

Examples of using

The raw materials must be shipped in from abroad.
Οι πρώτες ύλες πρέπει να αποστέλλονται από το εξωτερικό.
They prepared to go abroad.
Ετοιμάζονται να φύγουν στο εξωτερικό.
When do you expect to go abroad?
Πότε περιμένεις να φύγεις στο εξωτερικό?