Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Abomination

/əbɑməneʃən/

noun

1. A person who is loathsome or disgusting

    synonym:
  • abomination

1. Ένα άτομο που είναι αηδιαστικό ή αηδιαστικό

συνώνυμο:
  • απέχθεια

2. Hate coupled with disgust

    synonym:
  • abhorrence
  • ,
  • abomination
  • ,
  • detestation
  • ,
  • execration
  • ,
  • loathing
  • ,
  • odium

2. Μίσος σε συνδυασμό με αηδία

συνώνυμο:
  • απέχθεια,
  • απέχθεια,
  • απέχθεια,
  • εκτέλεση,
  • αποστροφή,
  • όδιο

3. An action that is vicious or vile

  • An action that arouses disgust or abhorrence
  • "His treatment of the children is an abomination"
    synonym:
  • abomination

3. Μια ενέργεια που είναι κακή ή άθλια

  • Μια ενέργεια που προκαλεί αηδία ή απέχθεια
  • "Η θεραπεία των παιδιών είναι απέχθεια"
συνώνυμο:
  • απέχθεια