Lingvanex Tranalator

Translator for


translation app

Lingvanex - your universal translation app

Translator for

Download For Free

Μεταφραστική έννοια & ορισμός της λέξης --- στην ελληνική γλώσσα

EnglishGreek

Abatement

/əbetmənt/

noun

1. An interruption in the intensity or amount of something

    synonym:
  • suspension
  • ,
  • respite
  • ,
  • reprieve
  • ,
  • hiatus
  • ,
  • abatement

1. Διακοπή της έντασης ή της ποσότητας του κάτι

συνώνυμο:
  • ανάρτηση,
  • αναπνέω,
  • ανακτώ,
  • παύση,
  • μείωση

2. The act of abating

  • "Laws enforcing noise abatement"
    synonym:
  • abatement

2. Η πράξη της υποχώρησης

  • "Νόμοι που επιβάλλουν τη μείωση του θορύβου"
συνώνυμο:
  • μείωση